A΄ επιστολή Πέτρου
Σε απόδοση Π. Τρεμπέλα
1 Πέτρος, ἀπόστολος Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἐκλεκτοῖς παρεπιδήμοις διασπορᾶς Πόντου, Γαλατίας, Καππαδοκίας, Ἀσίας καὶ Βιθυνίας,
1 Πέτρος, ἀπόστολος τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, γράφω τὴν ἐπιστολὴν ταύτην πρὸς τοὺς ἐκλεκτοὺς τοῦ Θεοῦ, ποὺ ἔχουν ἀληθινὴν πατρίδα τὸν οὐρανὸν καὶ τώρα εἶναι προσωρινοὶ κάτοικοι τῆς γῆς σκορπισμένοι εἰς τὰς χώρας Πόντου, Γαλατίας, Καππαδοκίας, Ἀσίας καὶ Βιθυνίας.
2 κατὰ πρόγνωσιν Θεοῦ πατρός, ἐν ἁγιασμῷ Πνεύματος, εἰς ὑπακοὴν καὶ ῥαντισμὸν αἵματος Ἰησοῦ Χριστοῦ· χάρις ὑμῖν καὶ εἰρήνη πληθυνθείη.
2 Καὶ ἐγίνατε ἐκλεκτοὶ σύμφωνα μὲ τὴν πρόγνωσιν τοῦ Θεοῦ καὶ Πατρὸς μὲ τὸν ἁγιασμόν, τὸν ὁποῖον σᾶς μετέδωκε τὸ Πνεῦμα, διὰ νὰ ὑποταχθῆτε εἰς τὸν Ἰησοῦν Χριστὸν καὶ ἀπολαύσετε τὰς χάριτας καὶ τοὺς καρπούς, ποὺ ἐπήγασαν ἀπὸ τὸν σταυρικὸν θάνατόν του· εἴθε νὰ πληθύνουν καὶ νὰ πλεονάσουν εἰς σᾶς ἡ χάρις καὶ ἡ εἰρήνη.
3 Εὐλογητὸς ὁ Θεὸς καὶ πατὴρ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὁ κατὰ τὸ πολὺ αὐτοῦ ἔλεος ἀναγεννήσας ἡμᾶς εἰς ἐλπίδα ζῶσαν δι’ ἀναστάσεως Ἰησοῦ Χριστοῦ ἐκ νεκρῶν,
3 Εἶναι ἄξιος δοξολογίας ὁ Θεὸς καὶ Πατὴρ τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὁ ὁποῖος σύμφωνα πρὸς τὸ πολὺ ἔλεός του καὶ τὴν εὐσπλαγχνίαν του μᾶς ξαναγέννησε διὰ νὰ μᾶς χαρίσῃ ἐλπίδα ἀγαθῶν αἰωνίων. Καὶ ἔκαμε τὴν ἐλπίδα μας αὐτὴν ζωντανὴν διὰ τῆς ἀναστάσεως τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ βεβαίαν ἐγγύησιν, ὅτι ἡ ἐλπίς μας δὲν θὰ διαψευσθῇ, ἀλλὰ θ’ ἀναστηθῶμεν καὶ ἡμεῖς.
4 εἰς κληρονομίαν ἄφθαρτον καὶ ἀμίαντον καὶ ἀμάραντον, τετηρημένην ἐν οὐρανοῖς εἰς ὑμᾶς,
4 Ἡ ζωντανὴ δὲ αὕτη ἐλπὶς ὑπόσχεται κληρονομίαν, ποὺ δὲν φθείρεται καὶ δὲν μολύνεται, οὔτε μαραίνεται, ἀλλ’ ἔχει φυλαχθῆ εἰς τοὺς οὐρανοὺς διὰ σᾶς
5 τοὺς ἐν δυνάμει Θεοῦ φρουρουμένους διὰ πίστεως εἰς σωτηρίαν ἑτοίμην ἀποκαλυφθῆναι ἐν καιρῷ ἐσχάτῳ·
5 Καὶ καταδιώκεσθε μὲν τώρα ἀπὸ τοὺς ἐχθροὺς τῆς πίστεως, δὲν θὰ πάθετε ὅμως τίποτε ἀπὸ τὰς ἐπιβουλάς των. Διότι διαφυλάττεσθε ἐν ἀσφαλείᾳ μὲ τὴν δύναμιν τοῦ Θεοῦ διὰ τῆς πίστεως καὶ πεποιθήσεως, τὴν ὁποίαν ἔχετε εἰς τὸν Θεόν. Διαφυλάττεσθε δὲ διὰ τὴν σωτηρίαν, ἡ ὁποία εἶναι ἕτοιμος νὰ ἀποκαλυφθῇ κατὰ τὸν ἔσχατον καιρὸν τῆς δευτέρας παρουσίας.
6 ἐν ᾧ ἀγαλλιᾶσθε, ὀλίγον ἄρτι, εἰ δέον ἐστί, λυπηθέντες ἐν ποικίλοις πειρασμοῖς,
6 Καὶ καταδιώκεσθε μὲν τώρα ἀπὸ τοὺς ἐχθροὺς τῆς πίστεως, δὲν θὰ πάθετε ὅμως τίποτε ἀπὸ τὰς ἐπιβουλάς των. Διότι διαφυλάττεσθε ἐν ἀσφαλείᾳ μὲ τὴν δύναμιν τοῦ Θεοῦ διὰ τῆς πίστεως καὶ πεποιθήσεως, τὴν ὁποίαν ἔχετε εἰς τὸν Θεόν. Διαφυλάττεσθε δὲ διὰ τὴν σωτηρίαν, ἡ ὁποία εἶναι ἕτοιμος νὰ ἀποκαλυφθῇ κατὰ τὸν ἔσχατον καιρὸν τῆς δευτέρας παρουσίας.
7 ἵνα τὸ δοκίμιον ὑμῶν τῆς πίστεως πολυτιμότερον χρυσίου τοῦ ἀπολλυμένου διὰ πυρὸς δὲ δοκιμαζομένου εὑρεθῇ εἰς ἔπαινον καὶ τιμὴν καὶ δόξαν ἐν ἀποκαλύψει Ἰησοῦ Χριστοῦ,
7 Θὰ λυπηθῆτε δὲ ἐπ’ ὀλίγον, διὰ νὰ γίνῃ ἡ διὰ τῶν θλίψεων καὶ τῶν πειρασμῶν τούτων δοκιμασθεῖσα πίστις σας πολυτιμοτέρα ἀπὸ τὸν χρυσόν, ποὺ φθείρεται, ἔστω καὶ ἂν ἔγινεν οὗτος μέσα στὴ φωτιὰ ἁγνὸς καὶ καθαρός, καὶ διὰ νὰ εὑρεθῇ ἡ πίστις σας αὕτη πρὸς ἔπαινόν σας καὶ τιμὴν καὶ δόξαν κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς Κρίσεως, ὅταν θὰ φανερωθῇ ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς ὡς ἔνδοξος Κριτής.
8 ὃν οὐκ εἰδότες ἀγαπᾶτε, εἰς ὃν ἄρτι μὴ ὁρῶντες, πιστεύοντες δὲ ἀγαλλιᾶσθε χαρᾷ ἀνεκλαλήτῳ καὶ δεδοξασμένῃ,
8 Τὸν Χριστὸν δὲ αὐτόν, καίτοι δὲν γνωρίζετε προσωπικῶς καὶ δὲν τὸν εἴδατε, ὅταν ἔζη ὡς ἄνθρωπος εἰς τὸν κόσμον αὐτόν, ὅμως τὸν ἀγαπᾶτε. Ἐπειδὴ δέ, καίτοι δὲν τὸν βλέπετε τώρα μὲ τὰ μάτια τοῦ σώματος, πιστεύετε ὅμως εἰς αὐτόν, διὰ τὴν πίστιν σας αὐτὴν θὰ ἀνταμειφθῆτε καὶ θὰ ἀγαλλιᾶσθε εἰς τὸ μέλλον ἀπολαμβάνοντες χαράν, ποὺ δὲν δύναται στόμα ἀνθρώπου νὰ περιγράψῃ καὶ ἡ ὁποία εἶναι γεμάτη ἀπὸ δόξαν.
9 κομιζόμενοι τὸ τέλος τῆς πίστεως ὑμῶν, σωτηρίαν ψυχῶν.
9 Καὶ θὰ ἀπολαμβάνετε τὴν δοξασμένην αὐτὴν χαράν, διότι θὰ λάβετε ὑπὸ τὴν ἀσφαλῆ κατοχήν σας ἐκεῖνο, εἰς τὸ ὁποῖον καταλήγει καὶ τελειώνει ἡ πίστις, δηλαδὴ τὴν σωτηρίαν τῶν ψυχῶν σας.
10 περὶ ἧς σωτηρίας ἐξεζήτησαν καὶ ἐξηρεύνησαν προφῆται οἱ περὶ τῆς εἰς ὑμᾶς χάριτος προφητεύσαντες,
10 Περὶ τῆς σωτηρίας δὲ αὐτῆς, τὴν ὁποίαν ἐπιτυγχάνομεν διὰ τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, μὲ πόθον πολὺν ἐζήτησαν νὰ μάθουν καὶ ἐξήτασαν οἰ προφῆται, οἱ ὁποῖοι ἐπροφήτευσαν περὶ τῆς χάριτος, ποὺ θὰ ἐδιδετο εἰς σᾶς.
11 ἐρευνῶντες εἰς τίνα ἢ ποῖον καιρὸν ἐδήλου τὸ ἐν αὐτοῖς Πνεῦμα Χριστοῦ προμαρτυρόμενον τὰ εἰς Χριστὸν παθήματα καὶ τὰς μετὰ ταῦτα δόξας·
11 Ἐξήταζαν δηλαδή οἰ προφῆται, εἰς ποῖον χρόνον καὶ ὑπὸ ποίας περιστάσεις τὸ Πνεῦμα τοῦ Χριστοῦ, ποὺ εἶχαν μέσα τους καὶ ἐκ προτέρου ἐμαρτύρει περὶ τῶν μελλόντων, ἐφανέρωνεν, ὅτι θὰ συμβοῦν τὰ πάθη, ποὺ θὰ ὑπέφερεν ὁ Χριστός, καὶ αἱ δόξαι, ποὺ θὰ ἐπηκολούθουν ὕστερον ἀπὸ τὸ πάθη αὐτά.
12 οἷς ἀπεκαλύφθη ὅτι οὐχ ἑαυτοῖς, ὑμῖν δὲ διηκόνουν αὐτά, ἃ νῦν ἀνηγγέλη ὑμῖν διὰ τῶν εὐαγγελισαμένων ὑμᾶς ἐν Πνεύματι ἁγίῳ ἀποσταλέντι ἀπ’ οὐρανοῦ, εἰς ἃ ἐπιθυμοῦσιν ἄγγελοι παρακύψαι.
12 Εἰς τοὺς προφήτας τούτους ἀπεκαλύφθη ἀπὸ τὸν Θεόν, ὅτι ὄχι διὰ τὸν ἑαυτόν τους, ἀλλὰ διὰ σᾶς ἐγίνοντο αὐτοὶ διάκονοι καὶ ὄργανα τοῦ Θεοῦ διὰ νὰ προαναγγείλουν αὐτά, ποὺ σᾶς ἀνηγγέλθησαν τώρα ὡς γεγονότα πλέον ἀπὸ τοὺς κήρυκας τοῦ εὐαγγελίου, τοὺς ὁποίους ἔμπνεει τὸ Ἅγιον Πνεῦμα, τὸ ὁποῖον ἀπεστάλη ἀπὸ τὸν οὐρανόν. Καὶ εἶναι τόσον ὑψηλαὶ καὶ μεγάλοι αἱ ἀλήθειαι αὐταί, ποὺ περιλαμβάνονται εἰς τὸ εὐαγγελικὸν κήρυγμα, ὥστε ἐπιθυμοῦν καὶ αὐτοὶ οἰ ἄγγελοι νὰ ἐμβαθύνουν εἰς αὐτάς.
13 Διὸ ἀναζωσάμενοι τὰς ὀσφύας τῆς διανοίας ὑμῶν, νήφοντες, τελείως ἐλπίσατε ἐπὶ τὴν φερομένην ὑμῖν χάριν ἐν ἀποκαλύψει Ἰησοῦ Χριστοῦ,
13 Ἀφοῦ λοιπὸν τόσον μεγάλας καὶ ὑψηλὰς εὐεργεσίας καὶ δωρεὰς μᾶς ἐχάρισεν ὁ Θεός, δι’ αὐτὸ περιμαζεύσατε τὰς διανοίας σας καὶ συγκεντρώσατε τὰς σκέψεις σας ἐλευθερώνοντες τὸν ἐσωτερικόν σας ἄνθρωπον ἀπὸ κάθε τι, ποὺ τὸν ἐμποδίζει νὰ ὑπηρετῇ τὸν Θεόν, καὶ ἐγκρατευόμενοι εἰς ὅλα ἐλπίσατε ἄνευ τοῦ ἐλαχίστου δισταγμοῦ, ὅτι θὰ λάβετε τὴν χάριν τῆς σωτηρίας, τὴν ὁποίαν σᾶς φέρει ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς δευτέρας μεγαλοπρεποῦς ἀποκαλύψεως καὶ παρουσίας του.
14 ὡς τέκνα ὑπακοῆς μὴ συσχηματιζόμενοι ταῖς πρότερον ἐν τῇ ἀγνοίᾳ ὑμῶν ἐπιθυμίαις,
14 Σὰν παιδιά, ποὺ μητέρα ἔχουν τὴν ὑπακοὴν καὶ δὲν ἀπειθοῦν ποτὲ εἰς τὴν ἀλήθειαν, χωρὶς νὰ συμμορφώνεσθε πρὸς τὰς ἐπιθυμίας, αἱ ὁποῖαι σᾶς διηύθυναν εἰς τὸ παρελθόν, ὅταν ἦσθε εἰς τὴν ἄγνοιαν καὶ δὲν ἠξεύρατε τὸν Χριστὸν καὶ τὸ Εὐαγγέλιον,
15 ἀλλὰ κατὰ τὸν καλέσαντα ὑμᾶς ἅγιον καὶ αὐτοὶ ἅγιοι ἐν πάσῃ ἀναστροφῇ γενήθητε,
15 ἀλλὰ σύμφωνα μὲ τὸ παράδειγμα τοῦ ἁγίου Θεοῦ, ποὺ σᾶς ἐκάλεσε, γίνετε καὶ σεῖς ἅγιοι εἰς κάθε περίπτωσιν καὶ εἰς κάθε τρόπον τῆς συμπεριφορᾶς σας.
16 διότι γέγραπται· ἅγιοι γίνεσθε, ὅτι ἐγὼ ἅγιός εἰμι.
16 Διότι εἶναι γραμμένον εἰς τὴν Ἁγίαν Γραφήν· Νὰ εἶσθε ἅγιοι, διότι ἑγὼ εἶμαι ἅγιος, λέγει πρὸς ὑμᾶς ὁ Κύριος.
17 καὶ εἰ πατέρα ἐπικαλεῖσθε τὸν ἀπροσωπολήπτως κρίνοντα κατὰ τὸ ἑκάστου ἔργον, ἐν φόβῳ τὸν τῆς παροικίας ὑμῶν χρόνον ἀναστράφητε,
17 Καὶ ἐὰν ὀνομάζετε καὶ ἐπικαλῆσθε πατέρα τὸν Θεόν, ὁ ὁποῖος ἀμερολήπτως καὶ χωρὶς νὰ ἀποβλέπῃ εἰς πρόσωπα κρίνει τὸν καθένα μας σύμφωνα μὲ τὸ σύνολον τῶν πράξεων του, μὲ φόβον συμπεριφερθῆτε κατὰ τὸν χρόνον τῆς ζωῆς σας ἐν τῇ γῇ, ὁ ὁποῖος εἶναι χρόνος ξενητειᾶς, διότι ἡ γῆ δὲν εἶναι ἡ ἀληθινὴ καὶ παντοτινὴ πατρίς σας.
18 εἰδότες ὅτι οὐ φθαρτοῖς, ἀργυρίῳ ἢ χρυσίῳ, ἐλυτρώθητε ἐκ τῆς ματαίας ὑμῶν ἀναστροφῆς πατροπαραδότου,
18 Πρέπει δὲ μὲ φόβον Θεοῦ νὰ κανονίζετε τὴν συμπεριφοράν σας, διότι γνωρίζετε καὶ δὲν πρέπει ποτὲ νὰ τὸ ξεχάνετε, ὅτι ὄχι μὲ λύτρα φθαρτά, δηλαδὴ μὲ ἀργυρᾶ καὶ χρυσᾶ νομίσματα ἐξηγοράσθητε καὶ ἠλευθερώθητε ἀπὸ τὴν ματαίαν σας διαγωγὴν καὶ συμπεριφοράν, ποὺ τὴν εἴχατε πατροπαράδοτον.
19 ἀλλὰ τιμίῳ αἵματι ὡς ἀμνοῦ ἀμώμου καὶ ἀσπίλου Χριστοῦ,
19 Ἀλλ’ ἐξηγοράσθητε μὲ τὸ πολύτιμον αἷμα τοῦ Χριστοῦ, τὸ ὁποῖον προσεφέρθη θυσία σὰν αἷμα μικροῦ ἀρνιοῦ τελείως ἀμολύντου καὶ καθαροῦ ἀπὸ κάθε ἠθικὴν κηλῖδα.
20 προεγνωσμένου μὲν πρὸ καταβολῆς κόσμου, φανερωθέντος δὲ ἐπ’ ἐσχάτων τῶν χρόνων δι’ ὑμᾶς
20 Ὁ Χριστὸς δὲ ὡς λυτρωτὴς καὶ ὡς ἀμνὸς ἄμωμος θυσιαζόμενος ὑπὲρ τῶν ἀνθρώπων ἦτο γνωστὸς εἰς τὸν Θεόν πρὸ πάντων τῶν αἰώνων. Καὶ εἶχε μὲν προγνωσθῇ ἀπὸ τὸν Θεόν ἔκτοτε, προτοῦ ἀκόμη νὰ δημιουργηθῇ ὁ κόσμος, ἐφανερώθη δὲ διὰ τῆς ἐνανθρωπήσεως καὶ ἀναστάσεώς του κατὰ τὸν τελευταῖον καιρόν, διὰ σᾶς,
21 τοὺς δι’ αὐτοῦ πιστεύοντας εἰς Θεὸν τὸν ἐγείραντα αὐτὸν ἐκ νεκρῶν καὶ δόξαν αὐτῷ δόντα, ὥστε τὴν πίστιν ὑμῶν καὶ ἐλπίδα εἶναι εἰς Θεόν.
21 οἱ ὁποῖοι διὰ μέσου αὐτοῦ πιστεύετε εἰς τὸν Θεόν, ὁ ὁποῖος τὸν ἀνέστησεν ἐκ νεκρῶν καὶ τὸν ἐδόξασεν, ὥστε ἡ πίστις, ποὺ ἔχετε εἰς τὸν Χριστόν, καὶ ἡ ἐλπίς, τὴν ὁποίαν στηρίζετε εἰς αὐτόν, νὰ εἶναι πίστις καὶ ἐλπίς εἰς αὐτὸν τὸν Θεόν, ποὺ ὕψωσε καὶ ἐδόξασε τὸν Χριστόν.
22 Τὰς ψυχὰς ὑμῶν ἡγνικότες ἐν τῇ ὑπακοῇ τῆς ἀληθείας διὰ Πνεύματος εἰς φιλαδελφίαν ἀνυπόκριτον, ἐκ καθαρᾶς καρδίας ἀλλήλους ἀγαπήσατε ἐκτενῶς,
22 Ὀφείλετε νὰ κάμετε ἁγνὰς καὶ καθαρὰς τὰς ψυχάς σας ἀπὸ κάθε ἀκάθαρτον πάθος καὶ ἀπὸ κάθε κακὴν ἐπιθυμίαν καὶ κλίσιν διὰ τῆς ὑπακοῆς σας εἰς τὴν ἀλήθειαν, τὴν ὁποίαν ὑπακοὴν θὰ σᾶς δώσῃ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα. Μὲ τὴν ἁγνότητα δὲ αὐτὴν παρασκευαζόμενοι πρὸς φιλαδελφίαν ἐλευθέραν ἀπὸ κάθε προσποίησιν καὶ ὑποκρισίαν, ἀγαπήσατε ὁ ἕνας τὸν ἄλλον θερμῶς μὲ καρδίαν καθαρὰν καὶ ξένην πρὸς κάθε ἰδιοτέλειαν.
23 ἀναγεγεννημένοι οὐκ ἐκ σπορᾶς φθαρτῆς, ἀλλὰ ἀφθάρτου, διὰ λόγου ζῶντος Θεοῦ καὶ μένοντος εἰς τὸν αἰῶνα·
23 Πρέπει δὲ νὰ ἀγαπᾶτε θερμῶς καὶ ἀνιδιοτελῶς ὁ ἕνας τὸν ἄλλον, διότι εἶσθε ὅλοι ἀδελφοὶ καὶ ἔχετε ἀναγεννηθῆ ὄχι ἀπὸ σπορὰν σαρκικὴν καὶ φθαρτήν. Ἡ νέα ζωή, ποὺ ἐλάβατε ὅλοι, ἐκπηγάζει ἀπὸ σπέρμα ἄφθαρτον. Ἀνεγεννήθητε διὰ τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ, ποὺ εἶναι λόγος ζωντανός, γεμᾶτος δύναμιν, λόγος ποὺ μένει εἰς τὸν αἰῶνα.
24 διότι πᾶσα σὰρξ ὡς χόρτος, καὶ πᾶσα δόξα ἀνθρώπου ὡς ἄνθος χόρτου· ἐξηράνθη ὁ χόρτος, καὶ τὸ ἄνθος αὐτοῦ ἐξέπεσε·
24 Ναί· δὲν εἶναι ἡ ἀναγέννησις σας αὐτὴ σὰν τὴν γέννησιν, ποὺ ἐλάβατε ἀπὸ τοὺς σαρκικοὺς γονεῖς σας. Διότι κάθε ἄνθρωπος εἶναι σὰν τὸν χόρτον, καὶ κάθε δόξα ἀνθρώπου ὁμοιάζει πρὸς τὸ ἄνθος τοῦ χόρτου. Ξηραίνεται ὁ χόρτος καὶ πίπτει μαραμένον τὸ ἄνθος του. Ἔτσι καὶ ἡ σαρκικὴ γέννησις δίδει φθαρτὴν καὶ ἐντελῶς πρόσκαιρον ζωήν.
25 τὸ δὲ ῥῆμα Κυρίου μένει εἰς τὸν αἰῶνα. τοῦτο δέ ἐστι τὸ ῥῆμα τὸ εὐαγγελισθὲν εἰς ὑμᾶς.
25 Ὁ λόγος ὅμως τοῦ Κυρίου μένει εἰς τὸν αἰῶνα καὶ ἡ ζωὴ λοιπόν, εἰς τὴν ὁποίαν μᾶς ἀναγεννᾷ, εἶναι ζωὴ αἰώνιος. Ὁ λόγος δὲ αὐτὸς τοῦ Κυρίου εἶναι τὸ κήρυγμα, ποὺ ὡς χαροποιὸς διδασκαλία ἐδιδάχθη εἰς σᾶς.
1 Ἀποθέμενοι οὖν πᾶσαν κακίαν καὶ πάντα δόλον καὶ ὑποκρίσεις καὶ φθόνους καὶ πάσας καταλαλιάς,
1 Εφ’ ὅσον λοιπὸν ἀνεγεννήθητε διὰ τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ, πρέπει νὰ πετάξετε ἀπ’ ἐπάνω σας σὰν ἄλλο ροῦχον ἀκάθαρτον κάθε εἶδος κακίας καὶ κάθε δόλον καὶ κάθε μορφὴν ὑποκρισίας καὶ φθόνου καὶ ὅλας τὰς κατὰ τοῦ πλησίον κακολογίας καὶ κατακρίσεις.
2 ὡς ἀρτιγέννητα βρέφη τὸ λογικὸν ἄδολον γάλα ἐπιποθήσατε, ἵνα ἐν αὐτῷ αὐξηθῆτε εἰς σωτηρίαν,
2 Ἀφοῦ δὲ ἀπορρίψετε ὅλα αὐτά, τότε σὰν νεογέννητα βρέφη μὲ πόθον πολὺν ἐπιθυμήσατε τὸ γνήσιον καὶ ἀνόθευτον πνευματικὸν γάλα τῆς θείας διδασκαλίας, διὰ νὰ μεγαλώσετε μὲ αὐτὸ καὶ καταλήξετε εἰς τὴν σωτηρίαν.
3 εἴπερ ἐγεύσασθε ὅτι χρηστὸς ὁ Κύριος.
3 Καὶ θὰ αἰσθανθῆτε τὸν πόθον αὐτὸν διὰ τὸ πνευματικὸν γάλα τῆς θείας διδασκαλίας, ἐὰν βεβαίως διὰ τῆς πείρας σας ἐδοκιμάσατε καὶ ἐμάθετε, ὅτι ὁ Κύριος εἶναι καλὸς καὶ εὐεργετικὸς καὶ οἱ λόγοι του συνεπῶς εἶναι τροφὴ ὄχι μόνον γλυκεῖα, ἀλλὰ καὶ ὠφέλιμος καὶ ζωηφόρος.
4 Πρὸς ὃν προσερχόμενοι, λίθον ζῶντα, ὑπὸ ἀνθρώπων μὲν ἀποδεδοκιμασμένον, παρὰ δὲ Θεῷ ἐκλεκτὸν, ἔντιμον,
4 Καὶ νὰ πλησιάζετε ὁλονὲν καὶ περισσότερον πρὸς τὸν Κύριον αὐτόν, ὁ ὁποῖος εἶναι λίθος, ποὺ ἔχει ζωὴν καὶ μεταδίδει ζωήν, καὶ ἀπὸ μὲν τοὺς ἀνθρώπους ἔχει ἀποδοκιμασθῆ, διότι τὸν ἐσταύρωσαν, ἐνώπιον ὅμως τοῦ Θεοῦ εἶναι ἐκλεκτὸς καὶ τιμημένος.
5 καὶ αὐτοὶ ὡς λίθοι ζῶντες οἰκοδομεῖσθε, οἶκος πνευματικὸς, ἱεράτευμα ἅγιον, ἀνενέγκαι πνευματικὰς θυσίας εὐπροσδέκτους τῷ Θεῷ διὰ Ἰησοῦ Χριστοῦ.
5 Καὶ νὰ οἰκοδομῆσθε καὶ νὰ κτίζεσθε ἐπ’ αὐτοῦ καὶ σεῖς σὰν λίθοι ζωντανοί, ὥστε νὰ εἶσθε οἶκος τοῦ Θεοῦ πνευματικός, σύλλογος καὶ γένος ἱερέων ἅγιον, διὰ νὰ προσφέρετε διὰ μέσου τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ θυσίας πνευματικάς, ποὺ μὲ εὐχαρίστησιν τὰς δέχεται ὁ Θεός.
6 διότι περιέχει ἐν τῇ γραφῇ· ἰδοὺ τίθημι ἐν Σιὼν λίθον ἀκρογωνιαῖον, ἐκλεκτὸν, ἔντιμον, καὶ ὁ πιστεύων ἐπ’ αὐτῷ οὐ μὴ καταισχυνθῇ,
6 Προσέξετε νὰ ἐπωφεληθῆτε τὸν λίθον αὐτὸν καὶ νὰ μὴ σᾶς ἀποβῇ οὗτος εἰς καταδίκην. Διότι περιέχεται εἰς τὴν Ἁγίαν Γραφὴν ὁ ἐξῆς λόγος· Ἰδοὺ θέτω εἰς τὴν Σιὼν λίθον ἀκρογωνιαῖον, ὁ ὁποῖος βαστάζει τὸ ὅλον πνευματικὸν οἰκοδόμημα καὶ σφίγγει εἰς ἐν τοὺς δύο λαούς, τοὺς Ἰουδαίους καὶ τοὺς ἐθνικούς, ποὺ διὰ τῆς πίστεως γίνονται ὁ ἕνας ἠνωμένος λαὸς τοῦ Κυρίου. Καὶ ὁ λίθος αὐτὸς εἶναι διάλεκτος, πολύτιμος, καὶ ἐκεῖνος, ποὺ στηρίζει τὴν πεποίθησίν του ἐπ’ αὐτοῦ, δὲν θὰ ἐντροπιασθῇ.
7 ὑμῖν οὖν ἡ τιμὴ τοῖς πιστεύουσιν, ἀπιστοῦσιν δὲ λίθον ὃν ἀπεδοκίμασαν οἱ οἰκοδομοῦντες, οὗτος ἐγενήθη εἰς κεφαλὴν γωνίας καὶ λίθος προσκόμματος καὶ πέτρα σκανδάλου·
7 Διὰ σᾶς λοιπόν, οἱ ὁποῖοι πιστεύετε, προορίζεται ἡ τιμή, ποὺ μεταδίδει ὁ λίθος οὗτος. Δι’ ἐκείνους ὅμως, ποὺ ἀπειθοῦν, ἐφαρμοζεται ὁ ἄλλος λόγος τῆς Γραφῆς, ποὺ λέγει· ὁ λίθος, τὸν ὁποῖον δὲν ἐθεώρησαν κατάλληλον διὰ τὴν οἰκοδομὴν καὶ τὸν ἀπεδοκίμασαν οἱ οἰκοδομοῦντες, αὐτὸς ἔγινε κεφαλὴ γωνίας, ἀγκωνάρι περίβλεπτον, ποὺ βαστάζει τὸ ὅλον οἰκοδόμημα, ἀλλὰ καὶ ὁ λίθος ἐπὶ τοῦ ὁποίου οἰ ἄπιστοι σκοντάπτουν καὶ πέτρα, ποὺ τοὺς μπερδεύει καὶ κρημνίζονται.
8 οἳ προσκόπτουσι τῷ λόγῳ ἀπειθοῦντες, εἰς ὃ καὶ ἐτέθησαν.
8 Οὗτοι σκοντάπτουν εἰς τὸν λόγον τοῦ εὐαγγελίου, ἐπειδὴ ἀπειθοῦν εἰς αὐτόν. Εἰς τὸ σκόνταμμα δὲ καὶ τὸν κρημνισμὸν αὐτὸν προωρίσθησαν ἀπὸ τὸν Θεόν, ὁ ὁποῖος προεῖδε τὴν διεστραμμένην γνώμην των καὶ τοὺς τιμωρεῖ διὰ τὴν ἀπείθειάν των.
9 Ὑμεῖς δὲ γένος ἐκλεκτόν, βασίλειον ἱεράτευμα, ἔθνος ἅγιον, λαὸς εἰς περιποίησιν, ὅπως τὰς ἀρετὰς ἐξαγγείλητε τοῦ ἐκ σκότους ὑμᾶς καλέσαντος εἰς τὸ θαυμαστὸν αὐτοῦ φῶς·
9 Σεῖς ὅμως εἶσθε γένος ἐκλεκτόν, ἱερατεῖον ποὺ ἔχετε βασιλικὴν καταγωγὴν καὶ εἶσθε δι’ αὐτὸ συγχρόνως βασιλεῖς καὶ ἱερεῖς. Εἶσθε ἔθνος ἅγιον, ἀφιερωμένον εἰς τὸν Θεόν, λαὸς ξεχωρισμένος διὰ νὰ ἀποτελῆτε ἰδιαίτερον κτῆμα καὶ περιουσίαν τοῦ Θεοῦ. Καὶ ἔχετε ὅλας αὐτὰς τὰς ἐξαιρετικὰς ἰδιότητας, διὰ νὰ διακηρύττετε μὲ τὸ ἅγιον παράδειγμά σας τὰς ἐξόχους καὶ ἀπείρους τελειότητας ἐκείνου, ποὺ σᾶς ἐκάλεσεν ἀπὸ τὸ σκότος τῆς πλάνης καὶ τῆς ἁμαρτίας εἰς τὴν νέαν φωτεινὴν καὶ θαυμαστὴν πνευματικὴν ζωήν του.
10 οἵ ποτε οὐ λαὸς, νῦν δὲ λαὸς Θεοῦ, οἱ οὐκ ἠλεημένοι, νῦν δὲ ἐλεηθέντες.
10 Σεῖς, οἱ ὁποῖοι κάποτε δὲν ἦσθε οὔτε κὰν λαός, τώρα ὅμως εἶσθε λαὸς τοῦ Θεοῦ· σεῖς οἱ ὁποῖοι δὲν εἴχετε ἐλεηθῆ, τώρα ὅμως ἐλεήθητε ἀπὸ τὸν Θεόν.
11 Ἀγαπητοί, παρακαλῶ ὡς παροίκους καὶ παρεπιδήμους, ἀπέχεσθαι τῶν σαρκικῶν ἐπιθυμιῶν, αἵτινες στρατεύονται κατὰ τῆς ψυχῆς,
11 Σᾶς παρακαλῶ λοιπόν, ἀγαπητοί, ὡς πολίτας πλέον τοῦ οὐρανοῦ, ποὺ εἶσθε ξένοι ἐπὶ τῆς γῆς καὶ προσωρινῶς διαμένετε εἰς αὐτὴν ἐν μέσῳ τῶν εἰδωλολατρῶν κατοίκων της, νὰ ἀπέχετε ἀπὸ τὰς σαρκικὰς ἐπιθυμίας, αἱ ὁποῖαι ἀντιστρατεύονται καὶ μάχονται κατὰ τῆς ψυχῆς.
12 τὴν ἀναστροφὴν ὑμῶν ἔχοντες καλήν ἐν τοῖς ἔθνεσιν, ἵνα ἐν ᾧ καταλαλοῦσιν ὑμῶν ὡς κακοποιῶν, ἐκ τῶν καλῶν ἔργων ἐποπτεύσαντες δοξάσωσι τὸν Θεὸν ἐν ἡμέρᾳ ἐπισκοπῆς.
12 Τὴν συμπεριφοράν σας μεταξὺ τῶν ἐθνικῶν νὰ ἔχετε καλήν, ὥστε νὰ προσελκύῃ τὴν ἐκτίμησιν καὶ τὸν σεβασμόν, καὶ ἔτσι δι’ ὅσα τώρα σᾶς κατηγοροῦν ὡς ἐγκληματίας καὶ κακοποιούς, παρακινούμενοι ἀπὸ τὰ καλὰ καὶ ἐνάρετα ἔργα σας, ποὺ θὰ παρακολουθήσουν ἀπὸ πλησίον, νὰ δοξάσουν τὸν Θεόν κατὰ τὴν ἡμέραν, ποὺ θὰ σᾶς ἐπισκεφθῇ ὁ Κύριος καὶ θὰ φέρῃ εἰς φῶς τὴν ἀθῳότητά σας.
13 Ὑποτάγητε οὖν πάσῃ ἀνθρωπίνῃ κτίσει διὰ τὸν Κύριον, εἴτε βασιλεῖ, ὡς ὑπερέχοντι,
13 Ὑποταχθῆτε λοιπὸν σύμφωνα μὲ τὴν παραγγελίαν τοῦ Κυρίου εἰς πᾶσαν ὑπὸ τῶν ἀνθρώπων ἐγκατεστημένην ἀρχήν· εἴτε εἰς τὸν βασιλέα ὡς εἰς ἀνώτερον,
14 εἴτε ἡγεμόσιν, ὡς δι’ αὐτοῦ πεμπομένοις εἰς ἐκδίκησιν μὲν κακοποιῶν, ἔπαινον δὲ ἀγαθοποιῶν·
14 εἴτε εἰς τοὺς διοικητὰς τῶν ἐπαρχιῶν, ὅπως ἁρμόζει νὰ ὑποτάσσεσθε εἰς ἄρχοντας, ποὺ στέλλονται ἀπὸ αὐτόν, τὸν ἐπίγειον βασιλέα, πρὸς τιμωρίαν μὲν τῶν κακοποιῶν, ἔπαινον δὲ καὶ ἐνίσχυσιν ἐκείνων, ποὺ πράττουν τὸ ἀγαθόν.
15 ὅτι οὕτως ἐστὶ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, ἀγαθοποιοῦντας φιμοῦν τὴν τῶν ἀφρόνων ἀνθρώπων ἀγνωσίαν·
15 Δείξατε νομιμοφροσύνην καὶ ὑποταγήν, διότι ἔτσι εἶναι τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, μὲ τὴν ἀγαθοεργίαν νὰ ἐπιβάλλετε σιωπὴν εἰς τὴν ἄγνοιαν τῶν ἀνθρώπων ποὺ σᾶς κατηγοροῦν, χωρὶς νὰ ἠξεύρουν ποῖοι εἶσθε.
16 ὡς ἐλεύθεροι, καὶ μὴ ὡς ἐπικάλυμμα ἔχοντες τῆς κακίας τὴν ἐλευθερίαν, ἀλλ’ ὡς δοῦλοι Θεοῦ.
16 Ὑποταχθῆτε σὰν ἐλεύθεροι ἀπὸ τὴν κακίαν καὶ ἀπὸ κάθε ἄτοκον καὶ ὄχι σὰν ἄνθρωποι ποὺ ἔχουν τὴν ἐλευθερίαν ὡς πρόφασιν τῆς κακίας καὶ τῆς ἀπειθείας, ἀλλὰ σὰν δοῦλοι Θεοῦ.
17 πάντας τιμήσατε, τὴν ἀδελφότητα ἀγαπᾶτε, τὸν Θεὸν φοβεῖσθε, τὸν βασιλέα τιμᾶτε.
17 Εἰς ὅλους ἀποδώσατε τὴν ὀφειλομένην εἰς ἕκαστον τιμήν. Νὰ ἀγαπᾶτε τὸ σύνολον τῶν Χριστιανῶν ἀδελφῶν. Νὰ φοβῆσθε εὐλαβῶς τὸν Θεόν καὶ νὰ τιμᾶτε τὸν βασιλέα.
18 οἱ οἰκέται ὑποτασσόμενοι ἐν παντὶ φόβῳ τοῖς δεσπόταις, οὐ μόνον τοῖς ἀγαθοῖς καὶ ἐπιεικέσιν, ἀλλὰ καὶ τοῖς σκολιοῖς.
18 Οἱ δοῦλοι ἂς ὑποτάσσωνται εἰς τοὺς κυρίους μὲ φόβον Θεοῦ, ποὺ θὰ τὸν δείχνουν εἰς κάθε περίστασιν. Ἂς ὑποτάσσωνται ὄχι μόνον εἰς τοὺς καλοὺς καὶ ἐπιεικεῖς κυρίους, ἀλλὰ καὶ εἰς τοὺς στρεβλοὺς καὶ δυστρόπους.
19 τοῦτο γὰρ χάρις, εἰ διὰ συνείδησιν Θεοῦ ὑποφέρει τις λύπας, πάσχων ἀδίκως.
19 Διότι τοῦτο προσελκύει τὴν εὔνοιαν τοῦ Θεοῦ, ἐὰν μὲ τὴν συνείδησιν, ὅτι ὁ Θεὸς τὸ θέλει καὶ εὐαρεστεῖται εἰς τοῦτο, ὑποφέρῃ κανεὶς λύπας, πάσχων ἀδίκως.
20 ποῖον γὰρ κλέος, εἰ ἁμαρτάνοντες καὶ κολαφιζόμενοι ὑπομενεῖτε; ἀλλ’ εἰ ἀγαθοποιοῦντες καὶ πάσχοντες ὑπομενεῖτε, τοῦτο χάρις παρὰ Θεῷ.
20 Διότι ποία δόξα σας ἀνήκει, ἐὰν δείξετε ὑπομονήν, ὅταν σφάλλετε, καὶ διὰ τὰ σφάλματά σας αὐτὰ σᾶς δέρουν εἰς τὸ πρόσωπον; Ἐὰν ὅμως δείξετε ὑπομονήν, ὅταν, μολονότι πράττετε τὸ καθῆκον σας πρὸς τοὺς κυρίους σας, καταπιέζεσθε ἀπὸ αὐτοὺς καὶ ὑποφέρετε, τοῦτο εἶναι ἀρεστὸν ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ.
21 εἰς τοῦτο γὰρ ἐκλήθητε, ὅτι καὶ Χριστὸς ἔπαθεν ὑπὲρ ὑμῶν, ὑμῖν ὑπολιμπάνων ὑπογραμμὸν ἵνα ἐπακολουθήσητε τοῖς ἴχνεσιν αὐτοῦ·
21 Καὶ εἶναι τοῦτο ἀρεστὸν εἰς τὸν Θεόν, διότι ἔχετε κληθῆ διὰ νὰ πράττετε τὸ καλὸν καὶ εὐεργετῆτε, καὶ ὅταν ἀκόμη παραγνωρίζεσθε καὶ ὑποφέρετε ἀδίκως. Καθ’ ὅσον καὶ ὁ Χριστὸς ἔπαθε πρὸς χάριν σας, χωρὶς αὐτὸς νὰ πταίσῃ εἰς τίποτε καὶ ἀφῆκεν εἰς σᾶς παράδειγμα τέλειον πρὸς μίμησιν, διὰ νὰ ἀκολουθήσετε ἀκριβῶς ἐπάνω εἰς τὰ ἀχναρια του.
22 ὃς ἁμαρτίαν οὐκ ἐποίησεν, οὐδὲ εὑρέθη δόλος ἐν τῷ στόματι αὐτοῦ·
22 Αὐτὸς δὲν ἔκαμέ ποτε ἁμαρτίαν, οὔτε εὑρεθῇ δόλος ἢ ψεῦδος εἲς τὸ στόμα τοῦ.
23 ὃς λοιδορούμενος οὐκ ἀντελοιδόρει, πάσχων οὐκ ἠπείλει, παρεδίδου δὲ τῷ κρίνοντι δικαίως·
23 Αὐτός, ἐνῷ ἐνεπαίζετο καὶ ὑβρίζετο, δὲν ἀνταπέδιδεν ὕβρεις εἰς τὰς ὕβρεις ἐνῷ ἔπασχεν ἀδίκως, δὲν ἐφοβέριζε μὲ ἐκδικητικὰς ἀπειλὰς τοὺς ἀδικοῦντας αὐτόν, ἀλλὰ ἀνέθετε τὸν ἑαυτόν του εἰς τὸν Θεόν, ποὺ πάντοτε κάνει κρίσιν δικαίαν.
24 ὃς τὰς ἁμαρτίας ἡμῶν αὐτὸς ἀνήνεγκεν ἐν τῷ σώματι αὐτοῦ ἐπὶ τὸ ξύλον, ἵνα ταῖς ἁμαρτίαις ἀπογενόμενοι τῇ δικαιοσύνῃ ζήσωμεν· οὗ τῷ μώλωπι αὐτοῦ ἰάθητε.
24 Αὐτὸς ἐβάστασεν ὁ ἴδιος ἐπάνω του τὰς ἁμαρτίας μας καὶ προσέφερε διὰ τοῦ σώματός του θυσίαν δι’ αὐτὰς εἰς τὸν σταυρόν. Καὶ ἔκαμε τὴν θυσίαν αὐτήν, διὰ νὰ ἐλευθερωθῶμεν καὶ ἀποξενωθῶμεν ἀπὸ τὰς ἁμαρτίας καὶ ζήσωμεν εἰς τὸ ἑξῆς διὰ τὴν δικαιοσύνην καὶ διὰ τὴν ἀρετήν. Διὰ τῶν πληγῶν αὐτοῦ ἰατρεύθητε.
25 ἦτε γὰρ ὡς πρόβατα πλανώμενα, ἀλλ’ ἐπεστράφητε νῦν ἐπὶ τὸν ποιμένα καὶ ἐπίσκοπον τῶν ψυχῶν ὑμῶν.
25 Ναί· ἰατρεύθητε, διότι ἄλλοτε ἦσθε ἄρρωστοι πνευματικῶς ἦσθε σὰν πρόβατα ποὺ ἐπλανῶντο. Ἀλλὰ τώρα ἐγυρίσατε ὀπίσω εἰς τὸν ποιμένα καὶ ἄγρυπνον φρουρὸν τῶν ψυχῶν σας.
1 Ὁμοίως αἱ γυναῖκες ὑποτασσόμεναι τοῖς ἰδίοις ἀνδράσιν, ἵνα καὶ εἴ τινες ἀπειθοῦσι τῷ λόγῳ, διὰ τῆς τῶν γυναικῶν ἀναστροφῆς ἄνευ λόγου κερδηθήσονται,
1 Ας ἔλθω τώρα καὶ εἰς τὰ οἰκογενειακα σᾶς καθήκοντα. Ὅπως οἱ δοῦλοι εἰς τοὺς κυρίους τῶν, ἔτσι καὶ αἱ γυναῖκες ἂς ὑποτάσσωνται εἰς τοὺς συζύγους των, ὥστε καὶ ἂν μερικοὶ ἀπὸ αὐτοὺς ἀπειθοῦν εἰς τὸν λόγον τοῦ Εὐαγγελίου, νὰ κερδηθοῦν εἰς τὴν πίστιν τοῦ Χριστοῦ χωρὶς λόγον καὶ κήρυγμα, διὰ μόνης τῆς ἐναρέτου συμπεριφορᾶς τῶν γυναικῶν.
2 ἐποπτεύσαντες τὴν ἐν φόβῳ ἁγνὴν ἀναστροφὴν ὑμῶν.
2 Ὅταν δηλαδὴ ἀντιληφθοῦν καλὰ καὶ εἰς τὰς διαφόρους περιστάσεις τὴν συμπεριφοράν σας, ποὺ θὰ τὴν κάνῃ ἁγνὴν καὶ ἁγίαν ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ, θὰ κερδηθοῦν οἱ ἄνδρες σας εἰς τὴν πίστιν τοῦ Χριστοῦ.
3 ὧν ἔστω οὐχ ὁ ἔξωθεν ἐμπλοκῆς τριχῶν καὶ περιθέσεως χρυσίων ἢ ἐνδύσεως ἱματίων κόσμος,
3 Αἱ σύζυγοι δὲ αὐταὶ ἂς ἔχουν στολισμὸν ὄχι τὸν ἐξωτερικόν, δηλαδὴ τὸ πλέξιμον τῶν τριχῶν τῆς κεφαλῆς τὸ ἐπιτηδευμένον, καὶ τὴν τοποθέτησιν γύρω ἀπὸ τὰ μέλη τῶν χρυσῶν κοσμημάτων, ἢ τὸ ντύσιμον φορεμάτων πολυτελῶν.
4 ἀλλ’ ὁ κρυπτὸς τῆς καρδίας ἄνθρωπος ἐν τῷ ἀφθάρτῳ τοῦ πραέως καὶ ἡσυχίου πνεύματος, ὅ ἐστιν ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ πολυτελές.
4 Ἀλλ’ ἂς ἔχουν στόλισμα τὸν κρυπτὸν καὶ ἀφανῆ εἰς τὰ σωματικὰ μάτια ἐσωτερικὸν τῆς καρδίας ἄνθρωπον, ποὺ ἔχει ὡς κόσμημα τὸν ἄφθαρτον στολισμὸν τοῦ πράου καὶ ὑπομονητικοῦ καὶ ἡσύχου πνεύματος, τὸ ὁποῖον ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ ἔχει μεγάλην ἀξίαν καὶ εἶναι πολυτελές.
5 οὕτω γάρ ποτε καὶ αἱ ἅγιαι γυναῖκες αἱ ἐλπίζουσαι ἐπὶ τὸν Θεὸν ἐκόσμουν ἑαυτάς, ὑποτασσόμεναι τοῖς ἰδίοις ἀνδράσιν,
5 Αὐτὸν τὸν πνευματικὸν στολισμὸν ἂς ἔχουν καὶ ἂς ἐπιδιώκουν αἱ Χριστιανοὶ σύζυγοι. Διότι ἔτσι καὶ ἄλλοτε κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης καὶ αἱ ἅγιαι γυναῖκες, ποὺ ἤλπιζον εἰς τὸν Θεόν καὶ εἰς τὰς ὑποσχέσεις του, ἐστόλιζαν τὸν ἑαυτόν τους ὑποτασσόμεναι εἰς τοὺς ἄνδρας των.
6 ὡς Σάρρα ὑπήκουσε τῷ Ἀβραάμ, κύριον αὐτὸν καλοῦσα· ἧς ἐγενήθητε τέκνα· – ἀγαθοποιοῦσαι καὶ μὴ φοβούμεναι μηδεμίαν πτόησιν.
6 Ὅπως καὶ ἡ Σάρρα ἔδειξεν ὑπακοὴν εἰς τὸν Ἀβραὰμ καὶ τὸν ἐκάλει ἐκ σεβασμοῦ κύριόν της. Ταύτης τῆς Σάρρας ἐγίνατε πνευματικαὶ θυγατέρες μὲ τὸ νὰ ἀγαθοεργῆτε καὶ νὰ ἀπομακρύνετε ἀπὸ τὰς καρδίας σας κάθε φόβον καὶ ἀνησυχίαν διὰ τὴν ὑγείαν καὶ τὴν ζωὴν τοῦ συζύγου σας καὶ τῶν παιδιῶν σας καὶ γενικῶς διὰ τὴν οἰκογένείαν σας ἐμπιστευόμεναι τὰ πάντα εἰς τὴν θείαν πρόνοιαν.
7 Οἱ ἄνδρες ὁμοίως συνοικοῦντες κατὰ γνῶσιν, ὡς ἀσθενεστέρῳ σκεύει τῷ γυναικείῳ ἀπονέμοντες τιμήν, ὡς καὶ συγκληρονόμοι χάριτος ζωῆς, εἰς τὸ μὴ ἐγκόπτεσθαι τὰς προσευχὰς ὑμῶν.
7 Οἱ ἄνδρες ὁμοίως νὰ συγκατοικῆτε καὶ νὰ συζῆτε φρόνιμα καὶ συνετὰ μὲ τὰς γυναῖκας σας. Ἡ φρόνησις δὲ καὶ ἡ σύνεσις ἀπαιτεῖ νὰ ἀποφεύγετε κάθε βιαιότητα καὶ νὰ δεικνύετε ἀνοχήν, ἔτσι δὲ νὰ ἀπονέμετε τιμὴν πρὸς τὰς συζύγους σας, καὶ νὰ μὴ ξεχάνετε, ὅτι ἡ γυνὴ εἶναι σκεῦος ἀσθενέστερον καὶ πολὺ εὔκολα πληγώνεται καὶ μικροψυχεῖ καὶ ἀπελπίζεται. Πρέπει δὲ νὰ φέρεσθε ἔτσι, διότι αἱ σύζυγοί σας εἶναι καὶ συγκληρονόμοι τῆς αἰωνίου ζωῆς, τὴν ὁποίαν ὡς χάριν μᾶς ἔδωκεν ὁ Θεός, ἀλλὰ καὶ διότι πρέπει νὰ προλαμβάνεται κάθε ψυχρότης μεταξύ σας, διὰ νὰ μὴ παρεμποδίζονται αἱ κοιναὶ συμπροσευχαί σας.
8 Τὸ δὲ τέλος πάντες ὁμόφρονες, συμπαθεῖς, φιλάδελφοι, εὔσπλαγχνοι, φιλόφρονες,
8 Τελικῶς δὲ σᾶς προτρέπω νὰ ἔχετε ὅλοι τὰ αὐτὰ φρονήματα πίστεως καὶ ἐλπίδος· νὰ συμπαθῆτε καὶ νὰ συμμετέχετε εἰς τὰς λύπας καὶ τὰς χαρὰς τῶν ἀδελφῶν σᾶς· νὰ ἀγαπᾶτε σὰν ἀδελφοὺς τοὺς πλησίον σας Χριστιανούς· νὰ ἔχετε πονετικὴν καὶ τρυφερὰν καρδίαν, νὰ εἶσθε περιποιητικοὶ καὶ εὐγενεῖς.
9 μὴ ἀποδιδόντες κακὸν ἀντὶ κακοῦ ἢ λοιδορίαν ἀντὶ λοιδορίας, τοὐναντίον δὲ εὐλογοῦντες, εἰδότες ὅτι εἰς τοῦτο ἐκλήθητε, ἵνα εὐλογίαν κληρονομήσητε.
9 Νὰ μὴ ἀνταποδίδετε κακὸν ἀντὶ κακοῦ ἢ ὕβριν καὶ περιπαιγμὸν ἀντὶ ὕβρεως· τουναντίον δὲ νὰ εὔχεσθε ἀγαθὰ εἰς τὸν Θεόν δι’ ἐκείνους, ποὺ σᾶς ἀδικοῦν καὶ νὰ εὐλογῆτε αὐτούς, γνωρίζοντες ὅτι δι’ αὐτὸ ἐκλήθητε ἀπὸ τὸν Θεόν, διὰ νὰ κληρονομήσετε εὐλογίαν καὶ ὄχι κατάραν. Πῶς λοιπὸν σεῖς θὰ καταρασθῆτε τοὺς ἄλλους, ἀφοῦ καὶ ὁ Θεὸς σᾶς δὲν σᾶς καταρᾶται;
10 ὁ γὰρ θέλων ζωὴν ἀγαπᾶν καὶ ἰδεῖν ἡμέρας ἀγαθὰς παυσάτω τὴν γλῶσσαν αὐτοῦ ἀπὸ κακοῦ καὶ χείλη αὐτοῦ τοῦ μὴ λαλῆσαι δόλον,
10 Προσέχετε πολὺ εἰς τὰς παρεκτροπὰς αὐτὰς τῆς γλώσσης. Διότι καθὼς λέγει ἡ Γραφή, ἐκεῖνος, ποὺ θέλει νὰ ἀπολαμβάνῃ ζωὴν ἀκούραστον, ἄνετον καὶ εἰρηνικὴν καὶ νὰ ἴδῃ ἡμέρας καλὰς καὶ εὐτυχισμένας, ἂς παύσῃ τὴν γλῶσσαν του ἀπὸ τὸ κακὸν καὶ ἂς προσέχῃ τὰ χείλη του, ὥστε νὰ μὴ λαλήσουν ψεῦδος καὶ ἀπάτην.
11 ἐκκλινάτω ἀπὸ κακοῦ καὶ ποιησάτω ἀγαθόν, ζητησάτω εἰρήνην καὶ διωξάτω αὐτήν·
11 Ἂς ἀπομακρυνθῇ οὗτος ἀπὸ κάθε κακὸν καὶ ἂς κάμῃ τὸ ἀγαθόν, ἂς ζητήσῃ εἰρήνην καὶ ἂς ἐπιδιώξῃ αὐτήν.
12 ὅτι ὀφθαλμοὶ Κυρίου ἐπὶ δικαίους καὶ ὦτα αὐτοῦ εἰς δέησιν αὐτῶν, πρόσωπον δὲ Κυρίου ἐπὶ ποιοῦντας κακά.
12 Διότι τὰ μάτια τοῦ Κυρίου ἔχουν ριφθῆ γεμᾶτα στοργὴν ἐπὶ τῶν δικαίων καὶ τὰ αὐτιά του εἶναι ἀνοικτὰ διὰ νὰ ἀκούσουν τὴν δέησίν των, τὸ πρόσωπον δὲ τοῦ Κυρίου ὠργισμένον καὶ ἀπειλητικὸν ἔχει στραφῇ ἐπὶ ἐκείνων, ποὺ κάμνουν τὸ κακόν.
13 Καὶ τίς ὁ κακώσων ὑμᾶς, ἐὰν τοῦ ἀγαθοῦ μιμηταὶ γένησθε;
13 Καὶ ἀφοῦ ὁ Θεὸς ἐπιβλέπει τοὺς δικαίους, ἕτοιμος νὰ ἀκούσῃ τὰς δεήσεις των, ποῖος θὰ ἠμπορέσῃ νὰ σᾶς κάμῃ κακὸν καὶ νὰ σᾶς ἐπιφέρῃ πραγματικὴν βλάβην, ἐὰν γίνετε μιμηταὶ καὶ ἀκόλουθοι τοῦ ἀγαθοῦ;
14 ἀλλ’ εἰ καὶ πάσχοιτε διὰ δικαιοσύνην, μακάριοι. τὸν δὲ φόβον αὐτῶν μὴ φοβηθῆτε μηδὲ ταραχθῆτε,
14 Ἀλλὰ καὶ ἂν ἐπιτρέψῃ ὁ Θεὸς νὰ πάσχετε διὰ τὴν ἀρετὴν καὶ τὴν ἀλήθειαν, εἶσθε μακάριοι, διότι αὐτὸ θὰ ἐπαυξήσῃ τὴν ἐν τῷ μέλλοντι εὐτυχίαν σας. Τὸν δὲ φόβον, μὲ τὸν ὁποῖον ζητοῦν οἱ ἄπιστοι νὰ σᾶς πτοήσουν, μὴ φοβηθῆτε καὶ μὴ δοκιμάσετε τὴν ἐλαχίστην ταραχὴν ἀπὸ αὐτόν.
15 Κύριον δὲ τὸν Θεὸν ἁγιάσατε ἐν ταῖς καρδίαις ὑμῶν, ἕτοιμοι δὲ ἀεὶ πρὸς ἀπολογίαν παντὶ τῷ αἰτοῦντι ὑμᾶς λόγον περὶ τῆς ἐν ὑμῖν ἐλπίδος μετὰ πραΰτητος καὶ φόβου,
15 Τὸν Κύριον δέ, ποὺ εἶναι ὁ μόνος Θεός, δοξάσατε καὶ σεβασθῆτε καὶ λατρεύσατέ τον ὡς ἅγιον μέσα εἰς τὰ βάθη τῶν καρδιῶν σας. Νὰ εἶσθε δὲ πάντοτε ἕτοιμοι διὰ νὰ ἀπολογηθῆτε καὶ ὑπερασπίσετε τὴν ἀλήθειαν τοῦ εὐαγγελίου εἰς καθένα, ποὺ σᾶς ζητῶ λόγον καὶ ἀπόδειξιν δι’ αὐτά, ποὺ ἐλπίζετε νὰ ἀπολαύσετε εἰς τὸ μέλλον καὶ διὰ τὰ ὁποῖα μᾶς περιγελοῦν οἱ ἄπιστοι. Νὰ ἀπολογηθῆτε δὲ χωρὶς ἐξάψεις ἢ φανατισμόν, ἀλλὰ μὲ πραότητα καὶ μὲ φόβον Θεοῦ.
16 συνείδησιν ἔχοντες ἀγαθήν, ἵνα ἐν ᾧ καταλαλοῦσιν ὑμῶν ὡς κακοποιῶν, καταισχυνθῶσιν οἱ ἐπηρεάζοντες ὑμῶν τὴν ἀγαθὴν ἐν Χριστῷ ἀναστροφήν.
16 Φροντίζετε δὲ νὰ ἔχετε ἀγαθὴν τὴν μαρτυρίαν τῆς συνειδήσεώς σας, ὅτι δηλαδὴ ἐτηρήσατε ἀκριβῶς τὸν νόμον τοῦ Θεοῦ, ὥστε δι’ ὅσα σᾶς κατηγοροῦν ὡς κακοποιούς, νὰ ἐντροπιασθοῦν οἱ ψευδῶς κατηγοροῦντες τὴν συμπεριφοράν σας, τὴν ὁποίαν καθιστᾷ ἀγαθὴν καὶ ἐνάρετον ἡ ἕνωσις καὶ κοινωνία σας μετὰ τοῦ Χριστοῦ.
17 κρεῖττον γὰρ ἀγαθοποιοῦντας, εἰ θέλοι τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, πάσχειν ἢ κακοποιοῦντας.
17 Ἐν πάσῃ περιπτώσει δὲ πρέπει σεῖς νὰ ἔχετε ἀγαθὴν τὴν μαρτυρίαν τῆς συνειδήσεώς σας. Διότι ἐὰν εἶναι θέλημα τοῦ Θεοῦ νὰ πάσχετε καὶ ἐὰν ἐπιτρέπῃ ὁ Θεὸς θλίψεις, εἶναι προτιμότερον νὰ πάσχῃ κανεὶς ὅταν ἐργάζεται τὸ ἀγαθόν, παρὰ νὰ πάσχῃ ὅταν ἐργάζεται τὸ κακόν.
18 ὅτι καὶ Χριστὸς ἅπαξ περὶ ἁμαρτιῶν ἔπαθε, δίκαιος ὑπὲρ ἀδίκων, ἵνα ὑμᾶς προσαγάγῃ τῷ Θεῷ, θανατωθεὶς μὲν σαρκὶ, ζωοποιηθεὶς δὲ πνεύματι·
18 Διότι καὶ αὐτὸς ὁ Χριστὸς μιὰ φορὰ γιὰ πάντα ἔπαθεν ἐπὶ τοῦ σταυροῦ διὰ τὰς ἁμαρτίας μας, ὁ δίκαιος καὶ ἀναμάρτητος δι’ ἠμᾶς τοὺς ἀδίκους καὶ ἁμαρτωλούς, διὰ νὰ μᾶς πλησιάσῃ καὶ μᾶς συμφιλίωσῃ πρὸς τὸν Θεόν. Καὶ ἐθανατώθη μὲν κατὰ τὴν σάρκα, διὰ τοῦ θανάτου ὅμως τούτου ἐνίκησε τὴν ἁμαρτίαν καὶ προσέλαβε νέας ζωοποιοὺς δυνάμεις κατὰ τὴν ψυχήν.
19 ἐν ᾧ καὶ τοῖς ἐν φυλακῇ πνεύμασι πορευθεὶς ἐκήρυξεν,
19 Μὲ τὴν ψυχήν του δὲ γεμάτην ἀπὸ ζωοποιὸν δύναμιν ἀνεξάντλητον ἐπορεύθη εὐθὺς μετὰ τὸν θάνατόν του εἰς τὰς ψυχάς, ποὺ ἐτηροῦντο εἰς τὴν φυλακὴν τοῦ Ἅδου, καὶ ἐκήρυξεν εἰς αὐτὰς τὸ Εὐαγγέλιον τῆς σωτηρίας.
20 ἀπειθήσασί ποτε, ὅτε ἀπεξεδέχετο ἡ τοῦ Θεοῦ μακροθυμία ἐν ἡμέραις Νῶε κατασκευαζομένης κιβωτοῦ, εἰς ἣν ὀλίγαι, τοῦτ’ ἔστιν ὀκτὼ ψυχαί, διεσώθησαν δι’ ὕδατος.
20 Τὰ πνεύματα ταῦτα ἠπείθησαν κάποτε, ὅταν ἡ μακροθυμία τοῦ Θεοῦ τὰ ἐπερίμενεν ἐπὶ χρόνον μακρόν, μήπως μετανοήσουν καὶ πιστεύσουν, κατὰ τὰς ἡμέρας τοῦ Νῶε, ὅτε κατεσκευάζετο ἡ κιβωτός, εἰς τὴν ὁποίαν ἀπὸ τόσον πλῆθος μόνον ὀλίγαι, δηλαδὴ ὀκτὼ ψυχαί, διεσώθησαν ἀπὸ τὸ νερὸ τοῦ κατακλυσμοῦ.
21 ὃ ἀντίτυπον νῦν καὶ ὑμᾶς σῴζει βάπτισμα, οὐ σαρκὸς ἀπόθεσις ῥύπου, ἀλλὰ συνειδήσεως ἀγαθῆς ἐπερώτημα εἰς Θεόν, δι’ ἀναστάσεως Ἰησοῦ Χριστοῦ,
21 Τὸ ὁποῖον ὕδωρ καὶ ἡμᾶς σώζει τώρα μὲ τὸ βάπτισμα, εἰς τὸ ὁποῖον εὑρίσκει τὴν ἐπαλήθευσιν καὶ πραγματοποίησίν του ὁ παλαιὸς ἐκεῖνος τύπος, ὅπου ἡ διὰ τῆς κιβωτοῦ σωτηρία προεικόνιζε τὴν διὰ τῆς κολυμβήθρας καὶ τοῦ βαπτίσματος σωτηρίαν. Εἶναι δὲ τὸ βάπτισμα ὄχι ἁπλῶς καθαρισμὸς καὶ ἀπόπλυσις τῆς ἀκαθαρσίας τῆς σαρκός, ἀλλὰ θερμὴ αἴτησις πρὸς τὸν Θεόν νὰ μᾶς δώσῃ συνείδησιν ἀγαθήν, ἐλευθέραν ἀπὸ κάθε τύψιν. Μᾶς σωζει δὲ τὸ βάπτισμα δυνάμει τῆς ἀναστάσεως τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ,
22 ὅς ἐστιν ἐν δεξιᾷ τοῦ Θεοῦ πορευθεὶς εἰς οὐρανόν, ὑποταγέντων αὐτῷ ἀγγέλων καὶ ἐξουσιῶν καὶ δυνάμεων.
22 ὁ ὁποῖος κάθεται τώρα εἰς τὰ δεξιὰ τοῦ Θεοῦ, ἀφοῦ ἐπῆγε διὰ τῆς ἀναλήψεώς του εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ὑπετάχθησαν εἰς αὐτὸν τὰ διάφορα ἀγγελικὰ τάγματα, δηλαδὴ ἄγγελοι καὶ αἱ ἐξουσίαι καὶ αἱ δυνάμεις.
1 Χριστοῦ οὖν παθόντος ὑπὲρ ἡμῶν σαρκὶ καὶ ὑμεῖς τὴν αὐτὴν ἔννοιαν ὁπλίσασθε, ὅτι ὁ παθὼν ἐν σαρκὶ πέπαυται ἁμαρτίας,
1 Εφ’ ὅσον λοιπὸν ὁ Χριστὸς ἔπαθε κατὰ τὴν ἀνθρωπίνην του φύσιν διὰ τὴν σωτηρίαν μας, ὁπλισθῆτε καὶ σεῖς μὲ τὴν αὐτὴν ἀπόφασιν τοῦ νὰ ὑπομένετε καρτερικῶς παθήματα. Διότι ἐκεῖνος, ποὺ ὑποφέρει διὰ τὴν δικαιοσύνην καὶ τὴν ἀρετήν του παθήματα εἰς τὴν σάρκα καὶ ὑπομένει αὐτὰ μετὰ πραότητος, γίνεται τόσον ἰσχυρὸς πνευματικῶς, ὥστε οἰ πειρασμοὶ καὶ τὰ πάθη τῆς ἁμαρτίας δὲν ἔχουν πλέον δύναμιν ἐπ’ αὐτοῦ. Αὐτὸς συνεσταυρώθη μετὰ τοῦ Χριστοῦ καὶ ἔχει παύσει ἀπὸ τοῦ νὰ ἁμαρτάνῃ,
2 εἰς τὸ μηκέτι ἀνθρώπων ἐπιθυμίαις, ἀλλὰ θελήματι Θεοῦ τὸν ἐπίλοιπον ἐν σαρκὶ βιῶσαι χρόνον.
2 διὰ νὰ μὴ ζήσῃ πλέον τὸν ὑπόλοιπον χρόνον τῆς ἐπιγείου ζωῆς του σύμφωνα μὲ τὰς ἐπιθυμίας τῆς διεφθαρμένης ἀνθρωπίνης φύσεως, ἀλλὰ κατὰ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ.
3 ἀρκετὸς γὰρ ὑμῖν ὁ παρεληλυθὼς χρόνος τοῦ βίου τὸ θέλημα τῶν ἐθνῶν κατεργάσασθαι, πεπορευμένους ἐν ἀσελγείαις, ἐπιθυμίαις, οἰνοφλυγίαις, κώμοις, πότοις καὶ ἀθεμίτοις εἰδωλολατρίαις.
3 Καὶ σεῖς ἔτσι πρέπει εἰς τὸ ἑξῆς νὰ ζήσετε. Διότι σᾶς εἶναι ἀρκετὸς ὁ περασμένος χρόνος τοῦ βίου σας, κατὰ τὸν ὁποῖον ἔχετε ἐργασθῆ μὲ τὸ παραπάνω τὸ ἁμαρτωλὸν θέλημα τῶν ἐθνικῶν καὶ εἰδωλολατρῶν. Συμπεριεφέρθητε τότε καὶ ἐζήσατε μὲ διαφόρους πράξεις ἀσελγείας, μὲ ἐπιθυμίας, μὲ μέθας, μὲ ἄσεμνα γλέντια καὶ φαγοπότια, μὲ οἰνοποσίας καὶ μὲ συμμετοχὴν εἰς εἰδωλολατρικὰς τελετάς, ποὺ μὲ τὰ ὄργια τῶν ἐπεριφρονεῖτο ὁ ἠθικὸς νόμος καὶ ὑβρίζετο ὁ στοιχειώδης ἀνθρωπισμός.
4 ἐν ᾧ ξενίζονται μὴ συντρεχόντων ὑμῶν εἰς τὴν αὐτὴν τῆς ἀσωτίας ἀνάχυσιν, βλασφημοῦντες·
4 Ἕνεκα δὲ τῆς διαγωγῆς των αὐτῆς, ποὺ ἑξακολουθοῦν οἱ εἰδωλολάτραι νὰ δεικνύουν, παραξενεύονται, διότι καὶ σεῖς δὲν τρέχετε μαζί των εἰς τὸν αὐτὸν πλεονασμὸν τῆς ἀσωτίας. Ἐκδηλώνουν δὲ τὴν ἔκπληξίν των αὐτὴν μὲ βλασφημίαν κατὰ τῆς χριστιανικῆς ἀληθείας καὶ τοῦ Θεοῦ.
5 οἳ ἀποδώσουσιν λόγον τῷ ἑτοίμως ἔχοντι κρῖναι ζῶντας καὶ νεκρούς.
5 Ἀλλ’ αὐτοὶ θὰ περάσουν ἀπὸ δίκην καὶ θὰ δώσουν λόγον εἰς ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος εἶναι ἕτοιμος νὰ κρίνῃ τοὺς πάντας, τοὺς ζῶντας καὶ τοὺς νεκρούς,
6 εἰς τοῦτο γὰρ καὶ νεκροῖς εὐηγγελίσθη, ἵνα κριθῶσι μὲν κατὰ ἀνθρώπους σαρκὶ, ζῶσι δὲ κατὰ Θεὸν πνεύματι.
6 Ναί· θὰ κρίνῃ ζῶντας καὶ νεκρούς. Διότι δι’ αὐτὸ ἀκριβῶς ἐκηρύχθη τὸ εὐαγγέλιον εἰς τὸν Ἅδην καὶ εἰς τοὺς πρὸ τῆς ἐλεύσεως τοῦ Χριστοῦ νεκρούς, ὥστε οὗτοι, ἀφοῦ κατεκρίθησαν καὶ ἐτιμωρήθησαν σύμφωνα μὲ ὅσα συμβαίνουν μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων διὰ τοῦ θανάτου, ὁ ὁποῖος ἐπῆλθεν εἰς τὴν θνητὴν σάρκα των ὡς τιμωρία τῶν ἁμαρτιῶν των, νὰ ζοῦν τὴν ζωὴν τοῦ Θεοῦ κατὰ τὴν ψυχήν, ἡ ὁποία, ἐφ’ ὅσον ἐπίστευσαν εἰς τὸ κηρυχθὲν εἰς αὐτοὺς Εὐαγγέλιον, ἐζωοποιήθη ὑπὸ τῆς ὑπερφυσικῆς ζωῆς τοῦ Θεοῦ.
7 Πάντων δὲ τὸ τέλος ἤγγικε· σωφρονήσατε οὖν καὶ νήψατε εἰς τὰς προσευχάς·
7 Ὁμιλῶ περὶ πεθαμένων εἰς σᾶς, ποὺ εἶσθε εἰς τὴν ζωὴν ἀκόμη. Ἀλλὰ μὴ ξεχάνετε, ὅτι ὅλων τῶν πραγμάτων τοῦ κόσμου τὸ τέλος ἐπλησίασε. Καὶ τὸ ἰδικόν σας συνεπῶς τέλος δὲν εἶναι μακράν. Φροντίσατε λοιπὸν νὰ εἶσθε ἐγκρατεῖς καὶ προσεκτικοὶ καὶ ἀγρυπνήσατε εἰς τὰς προσευχάς.
8 πρὸ πάντων δὲ τὴν εἰς ἑαυτοὺς ἀγάπην ἐκτενῆ ἔχοντες, ὅτι ἡ ἀγάπη καλύψει πλῆθος ἁμαρτιῶν·
8 Ἐπάνω δὲ ἀπὸ ὅλα φροντίσατε νὰ ἔχετε τὴν μεταξύ σας ἀγάπην θερμὴν καὶ διαρκῇ, διότι ἡ ἀγάπη θὰ σκεπάσῃ καὶ θὰ συγχωρήσῃ τὰς ἀμαρτίας τοῦ ἀγαπωμένου, ὅσον πολλαὶ καὶ ἂν εἶναι, θὰ ἑλκύσῃ δὲ τὸ θεῖον ἔλεος καὶ εἰς ἐκεῖνον, ποὺ ἀγαπᾷ
9 φιλόξενοι εἰς ἀλλήλους ἄνευ γογγυσμῶν·
9 Να φιλοξενῆτε ὁ ἕνας τὸν ἄλλον, χωρὶς να γογγύζετε διὰ τὸ βάρος, ποὺ σᾶς δίδει ἡ ὑποδοχὴ τῶν ξένων.
10 ἕκαστος καθὼς ἔλαβε χάρισμα, εἰς ἑαυτοὺς αὐτὸ διακονοῦντες ὡς καλοὶ οἰκονόμοι ποικίλης χάριτος Θεοῦ·
10 Ὁ καθένας σας σύμφωνα μὲ τὸ χάρισμα ποὺ ἔλαβεν, ἂς τὸ χρησιμοποιῇ εἰς ὑπηρεσίαν ὁ εἰς τῶν ἄλλων, σὰν καλοὶ διαχειρισταὶ τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία διανέμει ποικίλα καὶ διάφορα χαρίσματα.
11 εἴ τις λαλεῖ, ὡς λόγια Θεοῦ· εἴ τις διακονεῖ, ὡς ἐξ ἰσχύος, ὡς χορηγεῖ ὁ Θεός· ἵνα ἐν πᾶσι δοξάζηται ὁ Θεὸς διὰ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ᾧ ἐστιν ἡ δόξα καὶ τὸ κράτος εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων· ἀμήν.
11 Ἐὰν κανένας ἔχῃ τὸ χάρισμα νὰ διδάσκῃ τὸν θεῖον λόγον, ἂς λαλῇ μὲ ἱεροπρέπειαν καὶ εὐλάβειαν, σὰν νὰ λαλῇ λόγια Θεοῦ. Ἐὰν κανεὶς ὑπηρετῇ, ἂς ἔχῃ τὴν συναίσθησιν, ὅτι τὴν δύναμιν τοῦ νὰ ὑπηρετῇ τοῦ τὴν δίδει ἀφθόνως ὁ Θεός. Ὥστε μὲ ὅλα, ἤτοι καὶ μὲ τοὺς λόγους μας καὶ μὲ τὰ ἔργα μας νὰ δοξάζεται ὁ Θεὸς διὰ μέσου τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, εἰς τὸν ὁποῖον ἀνήκει ἡ δόξα καὶ ἡ κραταιὰ κυριαρχία εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.
12 Ἀγαπητοί, μὴ ξενίζεσθε τῇ ἐν ὑμῖν πυρώσει πρὸς πειρασμὸν ὑμῖν γινομένῃ, ὡς ξένου ὑμῖν συμβαίνοντος,
12 Ἐν σχέσει δὲ πρὸς τοὺς διωγμοὺς καὶ τὰς θλίψεις σας, ἀγαπητοί, σᾶς προτρέπω νὰ μὴ παραξενεύεσθε διὰ τὸ κάψιμον, ποὺ σᾶς κάνουν αἱ θλίψεις, αἱ ὁποῖαι γίνονται πρὸς ἄσκησιν καὶ δοκιμασίαν σας, σὰν νὰ σᾶς συνέβαινε κάτι παράδοξον.
13 ἀλλὰ καθὸ κοινωνεῖτε τοῖς τοῦ Χριστοῦ παθήμασι, χαίρετε, ἵνα καὶ ἐν τῇ ἀποκαλύψει τῆς δόξης αὐτοῦ χαρῆτε ἀγαλλιώμενοι.
13 Ὄχι, μὴ παραξενεύεσθε, ἀλλ’ ὅσον συμμετέχετε εἰς τὰ παθήματα τοῦ Χριστοῦ μὲ τὰς θλίψεις καὶ τοὺς διωγμούς, ποὺ ὑποφέρετε διὰ τὸ ὄνομά του, τόσον νὰ χαίρετε, ἀλλὰ καὶ νὰ ὑπομένετε, διὰ νὰ χαρῆτε μὲ ἀγαλλίασιν μεγάλην καὶ κατὰ τὴν φανέρωσιν τῆς δόξης του, ποὺ θὰ γίνῃ εἰς τὴν δευτέραν παουσίαν του.
14 Εἰ ὀνειδίζεσθε ἐν ὀνόματι Χριστοῦ, μακάριοι, ὅτι τὸ τῆς δόξης καὶ δυνάμεως καὶ τὸ τοῦ Θεοῦ Πνεῦμα ἐφ’ ὑμᾶς ἀναπαύεται· κατὰ μὲν αὐτοὺς βλασφημεῖται, κατὰ δὲ ὑμᾶς δοξάζεται.
14 Ἐὰν δὲ ὑβρίζεσθε καὶ περιφρονῆσθε, ἐπειδὴ ὁμολογεῖτε τὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ, εἶσθε μακάριοι, διότι τὸ Πνεῦμα τῆς δόξης καὶ τῆς δυνάμεως, τὸ ὁποῖον εἶναι συγχρόνως καὶ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ, ἀναπαύεται ἐπάνω σας. Καὶ ἀπὸ ἐκεῖνα μέν, ποὺ λέγουν καὶ πράττουν αὐτοί, βλασφημεῖται ὁ Χριστός, μὲ τὴν ἰδικήν σας ὅμως διαγωγὴν καὶ ὁμολογίαν δοξάζεται.
15 μὴ γάρ τις ὑμῶν πασχέτω ὡς φονεὺς ἢ κλέπτης ἢ κακοποιὸς ἢ ὡς ἀλλοτριοεπίσκοπος·
15 Ναί, δοξάζεται ἀπὸ σᾶς παρὰ τὰς ὕβρεις καὶ συκοφαντίας, ποὺ σᾶς κάνουν ἐκεῖνοι. Διότι προσέχετε νὰ μὴ ὑποφέρῃ κανεὶς ἀπὸ σᾶς τιμωρίας ὡς φονεὺς ἢ ὡς κλέπτης ἢ ὡς κακοποιὸς ἢ ὡς συνένοχος εἰς κάθε τι ποὺ εἶναι ξένον καὶ ἀσυμβίβαστον πρὸς τὴν χριστιανικὴν κλῆσιν.
16 εἰ δὲ ὡς Χριστιανός, μὴ αἰσχυνέσθω, δοξαζέτω δὲ τὸν Θεὸν ἐν τῷ μέρει τούτῳ.
16 Ἐὰν ὅμως κατηγορῆται καὶ διώκεται ὡς Χριστιανός, ἂς μὴ ἐντρέπεται δι’ αὐτό, ἀλλὰ τουναντίον ἂς δοξάζῃ τὸν Θεόν διὰ τοὺς ὀνειδισμοὺς αὐτοὺς καὶ τὰς καταδιώξεις.
17 ὅτι ὁ καιρὸς τοῦ ἄρξασθαι τὸ κρίμα ἀπὸ τοῦ οἴκου τοῦ Θεοῦ· εἰ δὲ πρῶτον ἀφ’ ἡμῶν, τί τὸ τέλος τῶν ἀπειθούντων τῷ τοῦ Θεοῦ εὐαγγελίῳ;
17 Μὴ ἐντρέπεσθε, ἐὰν σᾶς ὀνειδίζουν, διότι εἶναι τώρα καιρὸς νὰ ἀρχίσῃ ἡ κρίσις καὶ τὸ ξεδιάλεγμα ἀπὸ τοὺς πιστούς, ποὺ ἀποτελοῦν τὸν οἶκον τοῦ Θεοῦ. Ἐὰν δὲ ἀρχίζῃ ἠ κρίσις πρῶτον ἀπὸ ἡμᾶς, ποῖον θὰ εἶναι τὸ τέλος ἐκείνων, ποὺ ἀπειθοῦν καὶ δὲν πιστεύουν εἰς τὸ εὐαγγέλιον τοῦ Θεοῦ;
18 καὶ εἰ ὁ δίκαιος μόλις σῴζεται, ὁ ἀσεβὴς καὶ ἁμαρτωλὸς ποῦ φανεῖται;
18 Καὶ διὰ νὰ μεταχειρισθῶ λόγους τῆς Ἁγίας Γραφῆς, ἐὰν ὁ δίκαιος δύσκολα καὶ διὰ μέσου τόσων θλίψεων σώζεται, ὁ ἀσεβὴς καὶ ἁμαρτωλὸς ποὺ θὰ φανῇ; Αὐτὸς θὰ χαθῇ ὁλοτελῶς.
19 Ὥστε καὶ οἱ πάσχοντες κατὰ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, ὡς πιστῷ κτίστῃ παρατιθέσθωσαν τὰς ψυχὰς αὐτῶν ἐν ἀγαθοποιΐᾳ.
19 Ὥστε καὶ αὐτοί, ποὺ τώρα πάσχουν, διότι ἔτσι θέλει ὁ Θεός, ἂς παραθέτουν πρὸς προστασίαν καὶ φύλαξιν τὰς ψυχάς των εἰς τὸν Θεόν ὡς ἄξιον ἐμπιστοσύνης δημιουργόν, ποὺ ἔχει ἀπεριόριστον δύναμιν νὰ τοὺς προστατεύσῃ, φροντίζοντες μόνον νὰ κάνουν τὸ ἀγαθὸν καὶ νὰ γίνωνται εὐεργετικοί.
1 Πρεσβυτέρους τοὺς ἐν ὑμῖν παρακαλῶ ὁ συμπρεσβύτερος καὶ μάρτυς τῶν τοῦ Χριστοῦ παθημάτων, ὁ καὶ τῆς μελλούσης ἀποκαλύπτεσθαι δόξης κοινωνός,
1 Τοὺς μεταξύ σας ἐγκατεστημένους πρεσβυτέρους παρακαλῶ ἑγὼ ὁ γνωστὸς εἰς ὅλους σας συμπρεσβύτερος, ποὺ μὲ τὰ μάτια μου εἶδα τὰ παθήματα τοῦ Χριστοῦ, καὶ δίδω μαρτυρίαν δι’ αὐτά, ὁ ὁποῖος θὰ εἶμαι καὶ συμμέτοχος τῆς δόξης, ποὺ μέλλει νὰ ἀποκαλυφθῇ κατὰ τὴν δευτέραν παρουσίαν.
2 ποιμάνατε τὸ ἐν ὑμῖν ποίμνιον τοῦ Θεοῦ, ἐπισκοποῦντες μὴ ἀναγκαστῶς, ἀλλ’ ἑκουσίως, μηδὲ αἰσχροκερδῶς, ἀλλὰ προθύμως,
2 Ποιμάνατέ τὸ εἰς τὴν δικαιοδοσίαν σας ποίμνιον τοῦ Θεοῦ, καὶ ἐπιβλέπετε μὲ πᾶσαν ἐπιμέλειαν καὶ προσοχὴν αὐτό, ὄχι ἐξ ἀνάγκης ἐπειδὴ εὑρεθῆτε εἰς τὴν θέσιν τοῦ πρεσβυτέρου, ἀλλὰ μὲ ὅλην σας τὴν θέλησιν, χωρὶς νὰ ἀποβλέπετε εἰς κέρδη αἰσχρά, ἀλλὰ μὲ προθυμίαν καὶ ζῆλον.
3 μηδ’ ὡς κατακυριεύοντες τῶν κλήρων, ἀλλὰ τύποι γινόμενοι τοῦ ποιμνίου·
3 Χωρὶς νὰ καταπιέζετε καὶ τυραννῆτε τοὺς πιστούς, ποὺ ὡς ἄλλοι γεωργικοὶ κλῆροι πρὸς πνευματικὴν καλλιέργειαν ἐδόθησαν εἰς τὸν καθένα σας, ἀλλὰ νὰ γίνεσθε εἰς τὸ ποίμνιον ὑποδείγματα ἀρετῆς ἀξιομίμητα.
4 καὶ φανερωθέντος τοῦ ἀρχιποίμενος κομιεῖσθε τὸν ἀμαράντινον τῆς δόξης στέφανον.
4 Καὶ ὅταν φανερωθῇ ὁ Ἀρχιποίμην Χριστός, θὰ λάβετε ὡς ἀμοιβὴν τὸν ἄφθαρτον τῆς δόξης στέφανον.
5 Ὁμοίως νεώτεροι ὑποτάγητε πρεσβυτέροις, πάντες δὲ ἀλλήλοις ὑποτασσόμενοι τὴν ταπεινοφροσύνην ἐγκομβώσασθε· ὅτι ὁ Θεὸς ὑπερηφάνοις ἀντιτάσσεται, ταπεινοῖς δὲ δίδωσι χάριν.
5 Ὁμοίως μὲ τὴν αὐτὴν προθυμίαν καὶ ἀνιδιοτέλειαν σεῖς οἱ νεώτεροι, ποὺ ἀποτελεῖτε τὸ σύνολον τῶν ποιμαινομένων, ὑποτάχθητε εἰς αὐτούς, ποὺ φέρουν τὸ ἐκκλησιαστικὸν ἀξίωμα τοῦ πρεσβυτέρου. Ὅλοι δέ, νεώτεροι καὶ πρεσβύτεροι, ὑποτασσόμενοι μεταξύ σας ὁ ἕνας εἰς τὸν ἄλλον κουμβωθῆτε καὶ δέσατε καλὰ ἐπάνω σας σὰν ἄλλο ἔνδυμα τὴν ταπεινοφροσύνην. Διότι ὁ Θεὸς τίθεται ἀντιμέτωπος πρὸς τοὺς ὑπερηφάνους, εἰς τοὺς ταπεινοὺς δὲ δίδει χάριν.
6 Ταπεινώθητε οὖν ὑπὸ τὴν κραταιὰν χεῖρα τοῦ Θεοῦ, ἵνα ὑμᾶς ὑψώσῃ ἐν καιρῷ.
6 Ταπεινώθητε λοιπὸν κάτω ἀπὸ τὸ δυνατὸν χέρι τοῦ Θεοῦ διὰ νὰ σᾶς ὑψώσῃ εἰς τὸν κατάλληλον χρόνον, ὅταν θὰ ἀποκαλυφθῇ ὁ Κύριος.
7 πᾶσαν τὴν μέριμναν ὑμῶν ἐπιρρίψαντες ἐπ’ αὐτόν, ὅτι αὐτῷ μέλει περὶ ὑμῶν,
7 Ὅλην δὲ τὴν φροντίδα, τὴν ὁποίαν σᾶς προκαλοῦν οἱ διωγμοί, ρίψατέ την μὲ ἐμπιστοσύνην ἐπὶ τοῦ Κυρίου, διότι αὐτὸς νοιάζεται καὶ ἐνδιαφέρεται διὰ σᾶς.
8 νήψατε, γρηγορήσατε· ὁ ἀντίδικος ὑμῶν διάβολος ὡς λέων ὠρυόμενος περιπατεῖ ζητῶν τίνα καταπίῃ·
8 Ἐγκρατεύθητε, γίνετε ἄγρυπνοι καὶ προσεκτικοί· ὁ ἀντίπαλος καὶ κατήγορός σας διάβολος σὰν λεοντάρι, ποὺ βρυχᾶται, περιπατεῖ μὲ μανίαν καὶ ζητεῖ, ποῖον νὰ ἀποσπάσῃ ἀπὸ τὴν πίστιν διὰ νὰ τὸν καταπίῃ.
9 ᾧ ἀντίστητε στερεοὶ τῇ πίστει, εἰδότες τὰ αὐτὰ τῶν παθημάτων τῇ ἐν κόσμῳ ὑμῶν ἀδελφότητι ἐπιτελεῖσθαι.
9 Πρὸς τὸν ἀντίπαλον τοῦτον ἀντισταθῆτε στηριγμένοι στερεὰ εἰς τὴν πίστιν, παρηγορούμενοι ἀπὸ τὴν γνῶσιν, ὅτι τὰ ἴδια ἀκριβῶς παθήματα γίνονται εἰς ὅλους τοὺς ἐν Χριστῷ ἀδελφούς σας, ποὺ εἶναι διεσπαρμένοι μέσα εἰς τὸν μακρὰν τοῦ Θεοῦ κόσμον.
10 Ὁ δὲ Θεὸς πάσης χάριτος, ὁ καλέσας ὑμᾶς εἰς τὴν αἰώνιον αὐτοῦ δόξαν ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ ὀλίγον παθόντας, αὐτὸς καταρτίσει ὑμᾶς, στηρίξει, σθενώσει, θεμελιώσει·
10 Ὁ δὲ Θεός, ποὺ εἶναι ἡ πηγὴ πάσης δωρεᾶς καὶ σᾶς ἐκάλεσε διὰ τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ εἰς τὴν ἐν οὐρανοῖς αἰώνιον δόξαν, ἀφοῦ ἐπὶ ὀλίγον χρόνον ὑποστῆτε πρόσκαιρα παθήματα καὶ θλίψεις, αὐτὸς θὰ σᾶς καταρτίσῃ, θὰ σᾶς στηρίξη, θὰ σᾶς ἐνδυναμώσῃ, θὰ σᾶς θεμελιώσῃ.
11 αὐτῷ ἡ δόξα καὶ τὸ κράτος εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων· ἀμήν.
11 Εἰς αὐτὸν τὸν Θεόν ἀνήκει ἡ δόξα καὶ τὸ κράτος εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.
12 Διὰ Σιλουανοῦ ὑμῖν τοῦ πιστοῦ ἀδελφοῦ, ὡς λογίζομαι, δι’ ὀλίγων ἔγραψα, παρακαλῶν καὶ ἐπιμαρτυρῶν ταύτην εἶναι ἀληθῆ χάριν τοῦ Θεοῦ, εἰς ἣν ἐστήκατε.
12 Διὰ τοῦ Σιλουανοῦ, τοῦ ἐμπίστου ἀδελφοῦ, σᾶς ἔγραψα, καθὼς νομίζω, δι’ ὀλίγων, καὶ σᾶς προτρέπω καὶ σᾶς παρέχω τὴν μαρτυρίαν, ὅτι αὐτά, ποὺ σᾶς ἔγραψα, εἶναι ἡ ἀληθὴς Θρησκεία καὶ χάρις, ποὺ μᾶς ἀπεκάλυψεν ὁ Θεός, εἰς τὴν ὁποίαν διὰ τῆς πίστεως καὶ ὑπακοῆς σας στέκεσθε.
13 Ἀσπάζεται ὑμᾶς ἡ ἐν Βαβυλῶνι συνεκλεκτὴ καὶ Μᾶρκος ὁ υἱός μου.
13 Σᾶς στέλλει χαιρετισμοὺς ἡ Ἐκκλησία τῆς Ρώμης τῆς παρομοιαζομένης διὰ τὴν διαφθορὰν τῶν κατοίκων της πρὸς τὴν Βαβυλῶνα. Ἡ Ἐκκλησία της ὅμως εἶναι μαζὶ μὲ σᾶς ἐκλεκτὴ τοῦ Θεοῦ, καὶ μετ’ αὐτῆς σᾶς ἀσπάζεται καὶ ὁ Μᾶρκος ὁ πνευματικὸς υἱός μου.
14 ἀσπάσασθε ἀλλήλους ἐν φιλήματι ἀγάπης. Εἰρήνη ὑμῖν πᾶσι τοῖς ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ· ἀμήν.
14 Χαιρετίσατε ὁ ἕνας τὸν ἄλλον μὲ φίλημα ἁγνῆς καὶ ἁγίας ἀγάπης. Εἴθε νὰ εἶναι εἰρήνη εἰς ὅλους σας, ποὺ διὰ τῆς ἑνώσεώς σας μὲ τὸν Ἰησοῦν Χριστὸν ἀποτελεῖτε ἕνα σῶμα. Ἀμήν.
